σαδ

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

anakoinosi
Επερχόμενες Εκδηλώσεις & Δράσεις


Κυριακή, 29 Ιανουαρίου, 11 πμ








ΜΕΡΑ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ
Με συγκέντρωση και διαδήλωση
Κεντρική πλατεία Πετρούπολης
















------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Τρίτη, Μαρτίου 29, 2016

Η ιστορία της Ψυχιατρικής στη διάρκεια του Ναζισμού


θηριωδίες των ναζί
(Αναδημοσίευση από το περιοδικό της Επιστημονικής Ένωσης του ΨΝΑ Τετράδια Ψυχιατρικής τεύχος 47, Αφιέρωμα Ψυχιατρική και Φασισμός, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβρης 1994)


Απομόνωση – Φύλαξη ־ Εξόντωση
του Jurgen Armbruster

Μετάφραση: Ελένη Παυλίδου Επιμέλεια: Αλίκη και Μιχάλης Πολέμης.

«Ο Ναζισμός δεν επέπεσε, όπως πολλοί ιστορικοί επιμένουν να το παρουσιάζουν – πάνω στην γερμανική κοινωνία, αλλά γεννήθηκε μέσα σ’ αυτήν. Τα εγκλήματα κατά των ψυχασθενών και των ανάπηρων τον καιρό του Ναζισμού δεν ήταν ένα τραγικό ρήγμα στην Πράξη και στην Επιστήμη της Ψυχιατρικής, αλλά το αποτέλεσμα και η συνέχεια μιάς ιστορικής εξέλιξης στην προοδευτική αλληλοεμπλοκή της πολιτικής, της κουλτούρας, της νομικής, της ηθικής και της ιατρικής. Η ενασχόληση με αυτή την ιστορία και τις συνέπειες της μέχρι σήμερα πρέπει να είναι ανάλογα πολύπλευρη…»

Με την βοήθεια συστηματικών προγραμμάτων εξολόθρευσης, δολοφονήθηκαν στη Γερμανία, το 1939-1941, πάνω από εκατό χιλιάδες άνθρωποι, που είχαν ταξινομηθεί σαν «αθεράπευτα φρενοβλαβείς», καθώς και πάνω από 5000 ανάπηρα παιδιά.

Ύστερα από αναταραχές στον πληθυσμό και διαμαρτυρίες, σταμάτησαν αυτές οι πράξεις επίσημα μετά το 1941. Ωστόσο, εξακολούθησαν και στην συνέχεια να πεθαίνουν χιλιάδες ψυχικά άρρωστοι στα ιδρύματα και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, από διάφορες ασθένειες, πείνα και τα επακόλουθα των κακοποιήσεων τους, στα πλαίσια της πρακτικής της λεγόμενης «άγριας ευθανασίας».

ναζί 1Αυτός είναι ο γυμνός απολογισμός της φρίκης της γερμανικής ιστορίας της Ψυχιατρικής στη διάρκεια του Ναζισμού. Ωστόσο είναι δύσκολο να δούμε πίσω απ’ αυτούς τους αριθμούς τη μοίρα των μεμονωμένων ανθρώπων, καθώς και την οδύνη, τον φόβο και την απόγνωση που συνοδεύουν, συχνά εφ’ όρου ζωής, τα επιζήσαντα θύματα και τους οικείους τους. Στο άρθρο που ακολουθεί δεν θα καταφέρω να δώσω φωνή στα βουβά θύματα, θα πρέπει περισσότερο να περιοριστώ σε μια σύντομη ματιά στο μέσα σε ποιες ιδεολογικές, κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συγκυρίες αφέθηκε η Ψυχιατρική να χρησιμοποιηθεί σαν ένα όργανο μαζικής εξολόθρευσης.

Η Ψυχιατρική σαν πρακτική της θεραπείας των ψυχικά αρρώστων ανθρώπων, σαν επιστήμη και θεωρία, με κέντρο αναφοράς την κατανόηση της ψυχικής οδύνης και σαν θεσμός, βρίσκεται σε μιά διαρκή αλληλεπίδραση με τις κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες. Η ψυχιατρική καθορίστηκε από αυτές τις συνθήκες και με την σειρά της επηρεάζει η ίδια, σε ουσιώδη βαθμό, τον τρόπο που βιώνεται, αντιμετωπίζεται και αξιολογείται η αλλότρια συμπεριφορά και η υπαρξιακή οδύνη μέσα σε μια κοινωνία.

Κάθε ιστορία βρίσκεται σε μια συνέχεια, έχει μια «προϊστορία» καθώς και μια «μεταϊστορία». Γι’ αυτό το λόγο πρέπει το ενδιαφέρον μας να στραφεί στο να διαφωτίσει την ιστορική εξέλιξη, στο πέρασμα της οποίας η Ψυχιατρική μπόρεσε να διεκπεραιώσει την «εντολή» που είχε να «θεραπεύει και να προφυλάσσει» σαν «επιλογή και εξόντωση». Συγχρόνως, όμως, τίθεται το ερώτημα για τη συνέχεια και/ή την ρήξη στην παραπέρα πορεία της εξέλιξης της Ψυχιατρικής στην Γερμανία.
Απ’ αυτήν την άποψη θα ήταν σκόπιμο να αρχίσουμε μια μικρή αναδρομή στην ενασχόληση με την Ιστορία στη μεταπολεμική εποχή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.

Σύντομη αναδρομή

Αμέσως μετά τον πόλεμο, στην λεγόμενη «ώρα μηδέν» της μεταπολεμικής κοινωνίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, προσπάθησε η Ψυχιατρική ν’ απελευθερωθεί από το βάρος της κληρονομιάς της, με το να μη λαμβάνει σχεδόν καθόλου, υπ’ όψιν της το γεγονός και την έκταση της εξολόθρευσης. Έτσι αγνοήθηκε από το ειδικό κοινό το πρώτο ντοκουμέντο του Alexander Mitscherlich «Medizin ohne Menschlichkeit dokumente des Nürnberger Artzteprzesses» (Ιατρική δίχως ανθρωπιά ντοκουμέντα της Δίκης των γιατρών της Νυρεμβέργης«) του 1948. «Σχεδόν πουθενά δεν έγινε γνωστό το βιβλίο, καμιά βιβλιοκρισία, κανένα περιοδικό απο τον κύκλο των αναγνωστών…, σαν να μην είχε εμφανιστεί ποτέ το βιβλίο», έγραφε ο Mitscherlich σε μια επανέκδοση του 1962. Αντί γι’ αυτό, ονομαστοί ψυχίατροι προσπαθούσαν να βρουν λεπτές διακρίσεις ανάμεσα στις γνώσεις της •ψυχιατρικής επιστήμης που εξακολουθούσαν να ισχύουν αφενός και την εφαρμογή τους από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς αφ’ ετέρου.

Τελικά, εξαιτίας της έλλειψης μιας κριτικής ενασχόλησης με την ιστορία της Ψυχιατρικής και της αμοιβαίας εμπλοκής της με το Ναζισμό, η Ψυχιατρική και οι συνθήκες της ζωής των ψυχικά πασχόντων ήταν επί δεκαετίες αντικείμενα έλξης της προσοχής του ενδιαφερομένου κοινού, στα πλαίσια των κοινωνικό – φιλελευθέρων μεταρρυθμίσεων.

Ταυτόχρονα, έγινε σ’ αυτά τα χρόνια με εντολή της Ομοσπονδιακής κυβέρνησης με τη λεγόμενη Διάσκεψη για την Ψυχιατρική, ένας κριτικός ισολογισμός της κατάστασης της ζωής των ψυχικά πασχόντων και όλων των ελλείψεων τους, ενώ παράλληλα εμφανίστηκε μια συσπείρωση από ενδιαφερομένους για τη μεταρρύθμιση, ειδικούς και εκπροσώπους πολλών κοινωνικών τομέων, μέσω της ιδρύσεως της Γερμανικής Εταιρείας για την Κοινωνική Ψυχιατρική. Σ’ αυτό το πλαίσιο δημοσιεύθηκαν τότε πολυάριθμες εργασίες για την Ιστορία της Ψυχιατρικής κατά τη διάρκεια του Ναζισμού.

Πέρασαν άλλα δέκα χρόνια μέχρις ότου θύματα που είχαν επιζήσει έχοντας υποστεί τραυματισμούς και ταπεινώσεις σε ιδρύματα την εποχή του Ναζισμού μπόρεσαν να ακουστούν στο ευρύτερο κοινό και να διεκδικήσουν τουλάχιστον το δικαίωμά τους για χρηματική αποζημίωση.

Μια μοιραία σύνδεση ανάμεσα σε μια Ψυχιατρική, η οποία για να εξουδετερώσει την αρρώστια ήταν έτοιμη να φτάσει μέχρι τη δολοφονία των ασθενών και μια πολιτική, η οποία σαν προετοιμασία για πόλεμο προς τα έξω, διεξήγαγε τον πόλεμο προς τα μέσα, ενάντια σ’ όσους θεωρούνταν κοινωνική σαβούρα και γενετική απειλή για τη φυλή προηγήθηκε των προγραμμάτων της Ψυχιατρικής για εξολόθρευση κατά τη διάρκεια του Ναζισμού.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΔΑΡΒΙΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟ

Επιλογή, Στείρωση και Εξολόθρευση της «ζωής χωρίς αξία»

ναζί 2Ρατσιστικές θεωρίες μπορούν να παρατηρηθούν, κατά τους Giise και Schmake, ήδη από τον 18ο αιώνα. Εξυπηρετούσαν από την γέννησή τους την βιολογική θεμελίωση κοινωνικών διαφορών μεταξύ εθνών και κοινωνικών στρωμάτων και την υποκειμενική οριοθέτηση ενάντια στον ξενικό χαρακτήρα άλλων τρόπων ζωής και πολιτισμών.

Ένα σημαντικό βήμα στην εξέλιξη της ρατσιστικής θεωρίας υπήρξε η μεταφορά των μηχανισμών επιλογής, που διατυπώθηκαν για τη φύση από το Δαρβίνο στις κοινωνικές συνθήκες.

Το 1895 ο νομικός Adolf Jost συνέγραψε το βιβλίο «Το δικαίωμα στο θάνατο». Σ’ αυτόν χαρακτήριζε την κατ’ αρχήν διατήρηση της ζωής σαν κάτι άκαρδο απέναντι στον ανίατο ασθενή, επιβλαβές απέναντι στο συμφέρον της κοινωνίας, σαν παράλογο και οπισθοδρομικό (πρβλ. Dömer 1975). M’ αυτό το σύγγραμμα ο Jost πραγματοποιεί, μία ρήξη με μεγάλες συνέπειες στην μέχρι τότε ιατρική, θεολογική, ηθική και νομική στάση απέναντι στην ανθρώπινη ζωή: η ζωή δεν έχει πια μια αφέ-αυτής, ή σε μια θρησκευτική ή ηθική διάσταση, αναγόμενη απόλυτη αξία, αλλά γίνεται σχετική. Το μέγεθος της οδύνης και η μ’ αυτή συνδεδεμένη επιβάρυνση της κοινωνίας από την αρρώστια και την αναπηρία, κηρύχθηκαν ανώτατο κριτήριο για την εκτίμηση της ανθρώπινης ζωής.

Το 1904 δημιουργήθηκε με το περιοδικό «Αρχείο για τις φυλές και την Κοινωνιοβιολογία» ένα κεντρικό βήμα για την διάδοση της φυλετικής σκέψης. Σ’ αυτό ανάχθηκαν η φυλετική υγιεινή και η διατήρηση της κληρονομικότητας σε ύψιστο κριτήριο.

Η κοινωνία θεωρήθηκε ένας ζωντανός οργανισμός του οποίου η εξέλιξη καθορίζεται απο μια φυσική επιλογή. Ατομική και κοινωνική ζωή σήμαινε επομένως προσαρμογή στους νόμους της φύσης. Η φυλετική βιολογία έγινε ιστορική και κοινωνική επιστήμη!! (πρβλ Ciise και Schmacke 1976).
Δεκαετίες αργότερα η οργάνωση και η δραστηριότητα του ναζιστικού κράτους στην υπηρεσία του εθνικού σώματος και της εθνικής υγείας απέκτησε μ’ αυτό τον τρόπο μια ψευτοβιολογική νομιμότητα.

M’ αυτό το τρόπο ο κοινωνικός δαρβινισμός έγινε τμήμα μιας φυλετικής βιολογίας, η οποία έγινε το θεμέλιο για μια συστηματική κοινωνική πολιτική. Θύματα αυτής της πολιτικής έγιναν οι άνθρωποι, των οποίων η ζωή ταξινομήθηκε σαν «χωρίς αξία», και οι οποίοι μπήκαν στο περιθώριο σαν η «σαβούρα» της κοινωνίας.

ναζί 3Το 1930, ο Alfred Rosenberg δήλωνε, στο βιβλίο του «Ο μύθος του 20ου αιώνα» ότι «η φυλετική προστασία, η φυλετική πειθαρχία και η φυλετική υγιεινή είναι απαραίτητες απαιτήσεις μιας καινούργιας εποχής «. Αυτό συνδεόταν με την αντίληψη για την απειλητική δύση του πολιτισμού μέσω της φυλετικής ανάμειξης και ζημίας της βιολογικής κληρονομιάς από την «ζωή χωρίς αξία».

Για την ανάμειξη της ρατσιστικής θεωρίας και της ετοιμότητας για την εξολόθρευση της ζωής, χρησιμεύουν σαν βάση πολύπλευρα κίνητρα: αυτοκρατορική τάση για επιβολή, ως μεγάλη Δύναμη δέχτηκε με το τέλος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου μια πικρή ήττα και με τη συνθήκη των Βερσαλιών εισέπραξε τον λογαριασμό, που από πλατείς εθνικιστικούς κύκλους θεωρήθηκε ταπείνωση και αδικία. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της εθνικής κατάθλιψης, στο οποίο είχαν διαψευσθεί και οι ελπίδες για ριζικές κοινωνικές αλλαγές, η φυλετική θεωρία έγινε ο συνδετικός κρίκος, ο οποίος έθεσε την εθνική συσπείρωση, το αίσθημα αυτοεκτίμησης και τις αυτοκρατορικές απαιτήσεις για κυριαρχία στην υπηρεσία της ανέλιξης της φυλής. Η ρατσιστική θεωρία απόκτησε έτσι μια λειτουργία με έντονο χαρακτήρα σχηματισμού ατομικής ταυτότητας.

Ο Domer μιλάει σχετικά για μια «ιμπεριαλιστική νοητική δομή», η οποία εμποδίζει έναν ευρύ καταμερισμό της γης και η οποία θα είχε μεταβιβάσει απαιτήσεις για εξουσία στο εσωτερικό της ίδιας της ψυχής και θα είχε δημιουργήσει την δική της, βιολογικά νομιμοποιημένη, απομονωμένη μειονότητα. Έβλεπαν την αιτία της παρακμής της κυριαρχίας και του πολιτισμού στον βιολογικό εκφυλισμό, στον αυξανόμενο ατομικισμό και στην πίστη σε ορθολογιστικές θεωρίες. Στην θέση τους έβαλαν την ιδέα του λαού και του έθνους σαν τα «αληθινά άτομα». Οι ορθολογικές θεωρίες, οι ιδέες του διαφωτισμού απορρίφθηκαν και αντικαταστάθηκαν από μια μυστικιστική ενδοστρέφεια, από τις έννοιες της Φυλής, του Αίματος και της Γης, οι οποίες έγιναν κατασκεύασμα προσδιορισμού των πάντων στην πραγματικότητα.

Με την ερμηνεία της ιστορίας και της κοινωνίας στη βάση των ρατσιστικών θεωριών συνδεόταν ο αγώνας ενάντια στις απειλές για την κοινωνία, ο οποίος διεξάγονταν για την εξοικείωση με τον πόλεμο στο εσωτερικό της κοινωνίας και προετοίμαζε τον πόλεμο προς τα έξω.

Ταυτόχρονα, ανάπηροι και άρρωστοι χαρακτηρίστηκαν σαν κοινωνική σαβούρα, σαν εμπόδια για την αυτοκρατορική πολιτική και για τις στρατηγικές ταξικής ειρήνης, απέναντι στους απειλούμενους από την εξαθλίωση εργάτες και τα μεσαία στρώματα.

Ο φόβος μπροστά στο πλημμύρισμα του «υγιούς εθνικού σώματος» από την άρρωστη βιολογική κληρονομιά συνδέθηκε με την κριτική για κάθε είδους κρατική πρόνοια, η οποία προσπαθούσε να διαφυλάξει και να προστατέψει την ζωή ανάπηρων και αρρώστων ανθρώπων.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΡΩΣΤΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΑΡΡΩΣΤΩΝ.

ναζί 4Η ετοιμότητα της Ψυχιατρικής να προσαρμοστεί στην φυλετική κοινωνική πολιτική του Ναζισμού και στα πλαίσια αυτής της πολιτικής να υιοθετήσει ένα κεντρικό, σταθεροποιητικό για το καθεστώς ρόλο ήταν προδιαγεγραμμένη στην ιστορική εξέλιξη: η Ψυχιατρική εξελίχθηκε από την γέννηση της στα χρόνια της γαλλικής επανάστασης μέσα σ’ ένα πεδίο έντασης ανάμεσα σ’ ένα κοινωνικό και πολιτιστικό προσανατολισμό από τη μια κι ένα ιατρικό-φυσικό, επιστημονικό προσανατολισμό από την άλλη. Στη Γερμανία αυτή η διαμάχη εκφράστηκε τον περασμένο αιώνα ανάμεσα στους ψυχίατρους Wilhelm Griesinger (11817-1868) και Kraepelin( 1856-1926).

Ο Wilhelm Griesinger μπορεί δίκαια να θεωρηθεί ο πρόδρομος και ιδρυτής της σημερινής Κοινωνικής Ψυχιατρικής.

Ήλπιζε να φτάσει με τη διερεύνηση της πράξης και μέσα από τη σύνδεση της φυσικής έρευνας και της ψυχολογικής παρατήρησης σε μια θεωρία σχετικά με τη γένεση και ανάπτυξη της ψυχικής οδύνης, η οποία να επαληθεύεται στην καθημερινή ζωή. Αυτό που ήλπιζε ήταν να μπορέσει να ξεπεράσει την Πρακτική της Ψυχιατρικής του εγκλεισμού. Ο Griesinger ανέπτυξε ένα μοντέρνο, πολυπαραγοντικό ερμηνευτικό μοντέλο για την γένεση και εξέλιξη της ψυχικής οδύνης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν οργανικούς, ψυχικούς και κοινωνικούς παράγοντες.

Ο διάλογος με τον ασθενή, η συνολική παρατήρηση της συμπεριφοράς του, των γλωσσικών και συγκινησιακών του εκδηλώσεων, των συνθηκών της ζωής του και του ιστορικού του ήταν γι’ αυτόν οι βασικές πηγές γνώσης.

Ο Griesinger ανέπτυξε το σχέδιο να ιδρύσει στους δήμους αστικά άσυλα, μικρές νοσηλευτικές μονάδες. Πρότεινε την επίσκεψη και την θεραπεία/παρακολούθηση των ψυχικά ασθενών στο σπίτι και ζητούσε να γνωρίσει τις συνθήκες ζωής τους. Σ’ αυτό είχε επηρεαστεί από το αγγλικό κίνημα «No restraint».

Το σχέδιό του ο Griesinger, που υπέβαλλε το 1867 στο συνέδριο του τότε επαγγελματικού σωματείου, ηττήθηκε. Αντ’ αυτού αποφασίστηκε τότε η ανέγερση μεγάλων φρενοκομείων.

ναζί 5Ωστόσο ήδη στις αρχές αυτού του αιώνα διαμορφώθηκαν, σύμφωνα με την δική του παράδοση, σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας κοινοτικές υγειονομικές υπηρεσίες, στα πλαίσια της εξωτερικής περίθαλψης.

Η περαιτέρω πορεία της Ψυχιατρικής στα τέλη του περασμένου αιώνα συνδέθηκε με τον όνομα του Emil Kraepelin. Για τον Kraepelin η ανθρώπινη εξέλιξη και έτσι και η γένεση της φρενοβλάβειας είναι προκαθορισμένες από γενετικούς κανόνες. Η μοίρα των ψυχασθενών είναι ουσιαστικά «ένα αποτέλεσμα της ανάμειξης των γονιδίων». (Güse και Schmacke).

Οι φρενοβλάβειες είναι, κατά την άποψή του, διαταραχές στην λειτουργία του οργανισμού, οι οποίες είναι προκαθορισμένες βιολογικά στην γένεση και πορεία τους. Ψυχοκοινωνικές και Ψυχοδυναμικές συνάφειες απορρίπτονται σχεδόν εντελώς. Στόχος του ήταν η αντικειμενικότερη παρατήρηση των περιπτώσεων, η περιγραφή της εικόνας της αρρώστιας, η συμπτωματολογία και η πορεία της, η διάγνωση και η κατάταξη της στα πλαίσια μιας απ’ αυτόν θεμελιωμένης παθολογίας.

Μαουτχάουζεν 1Με την αλλαγή της αντίληψης για την ψυχική αρρώστια, άλλαξε και η στάση απέναντι στους ψυχικά αρρώστους. Στην θέση της θεραπευτικής αισιοδοξίας, από την εποχή της ηθικής θεραπείας και της γνωστικής αισιοδοξίας του Griesinger, εμφανίστηκε μια αυξανόμενη έλλειψη ενδιαφέροντος απέναντι στις συνθήκες της ζωής και την οδύνη, η οποία θεωρήθηκε όλο και περισσότερο αμετάτρεπτη, ακατάληπτη και η οποία έπρεπε συνεπώς να διαγνωστεί, να ταξινομηθεί και να απομονωθεί. Σε επιβεβαίωση αυτού του θεραπευτικού μηδενισμού, η διάγνωση της φρενοβλάβειας σήμαινε ταυτόχρονα την σταθερή οριοθέτηση μιας πρόγνωσης καθώς και διεργασία της χρονιότητας.

Γνωστοί ψυχίατροι εκτίμησαν, την περίοδο του Ναζισμού τις υπηρεσίες του Kraepelin, θεωρώντας ότι η συστηματική του ταξινόμηση ήταν η προϋπόθεση για τη μελέτη της κληρονομικότητας και ότι στη συνέχεια έδειχνε πως η ανάπτυξη αυτή δεν θα ήταν δυνατή σύμφωνα με την εννοιολογία του Griesinger. (Giise και Schmacke).

Επιπλέον ο Kraepelin, δεν δίστασε να κάνει με επιθετικό τρόπο την ψυχιατρική του αντίληψη μέρος της κοινωνικής σύγκρουσης. Έτσι θεωρούσε την μόλυνση των υγιών δυνάμεων στο πολεμικό μέτωπο, και τον αυξανόμενο αριθμό από «ολιγοφρενείς”, ως ουσιώδεις αιτίες για την ήττα (της Γερμανίας) στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η μεταστροφή από την θεραπευτική απελπισία στην αποδοχή της εξολόθρευσης περιγράφεται (από τους Von Dömer/Plog) με τον ακόλουθο τρόπο: όλα αυτά οδήγησαν αυτούς τους ψυχιάτρους που ήθελαν να είναι αποτελεσματικοί σαν γιατροί, παρά τον θεραπευτικό μηδενισμό, στην αντίληψη: αφού δεν είναι δυνατή η θεραπεία και η λύτρωση του κάθε ασθενή, τότε τουλάχιστον ας έχουμε την υπηρετούσα το κράτος λύτρωση της κοινωνίας από τον •ψυχικά ασθενή.Έτσι ο Kraepelin και άλλοι θεώρησαν πρόοδο όσο το δυνατόν περισσότεροι ψυχικά ασθενείς, από την αναπαραγωγική ηλικία και πέρα να φυλάγονται στα ιδρύματα. Ο ίδιος «κοινωνικοθεραπευτικός» στόχος έκανε πολλούς ψυχιάτρους, με τις καλύτερες κατά τα άλλα προθέσεις από υποκειμενική άποψη και με «καλή καρδιά», να είναι σύμφωνοι με τον εθνικοσοσιαλισμό.

Μαουτχάουζεν 2Το 1920, δυο επιφανείς καθηγητές της εποχής τους, ο νομικός Alfred Karl Binding και ο ψυχίατρος Alfred Hoche, δημοσίευσαν μία μπροσούρα με τίτλο «Η άδεια για την εξολόθρευση της χωρίς αξία ζωής». M’ αυτό το σύγγραμμα διασταυρώνονται κατά κάποιον τρόπο, η ανάπτυξη της ρατσιστικής θεωρίας και η επηρεασμένη από τον Kraepelin αναγωγιστική ψυχιατρική σ’ ένα πρόγραμμα, το οποίο έγινε η στρατηγική του Ναζισμού για την εξολόθρευση. Σ’ αυτό, αμφισβητήθηκε, κατ’ αρχήν στους ψυχικά ασθενείς, το δικαίωμα τους στη ζωή:

«Δεν έχουν ούτε την θέληση να ζήσουν ούτε την επιθυμία να πεθάνουν… η ζωή τους είναι απολύτως άσκοπη, αλλά δεν τη νοιώθουν σαν ανυπόφορη. Για τους δικούς τους, όπως και για την κοινωνία αποτελούν μια εξαιρετικά μεγάλη επιβάρυνση. Ο θάνατος τους δεν αφήνει πίσω του ούτε το παραμικρό κενό».

Επιπλέον, άρχισαν να κάνουν υπολογισμούς για το κόστος των δαπανών της νοσηλείας των ׳ψυχασθενών στα ιδρύματα, κατά τη διάρκεια μιας γενιάς. Παρόμοιες κατασκευές μπήκαν αργότερα, στα πλαίσια της ναζιστικής προπαγάνδας, σαν προβλήματα αριθμητικής στα γερμανικά σχολικά βιβλία. Στους ψυχασθενείς και ανάπηρους αμφισβητήθηκε η ικανότητα για υποκειμενικό αίσθημα. Η συμπόνια και η λύπη χαρακτηρίστηκαν κατά συνέπεια από τους Binding/Hoche ως «βαθιά ριζωμένο λάθος της σκέψης», με την αιτιολογία ότι «όπου δεν υπάρχει πόνος δεν υπάρχει και συμπόνια» (πρβλ. Dömer 1975).

Οι Binding και Hoche καθόριζαν ως το 1933 κάτω από το αθώο σύνθημα της «Ευθανασίας» όλη τη διαμάχη που γινόταν για την τοποθέτηση του ζητήματος σχετικά με το δικαίωμα για τη ζωή των ψυχασθενών και των αναπήρων.

Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗΣ ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΤΟ ΝΑΖΙΣΜΟ

Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο ADOLF HITLER ανακηρύσσεται καγκελάριος του Ράιχ. Ήδη στις 14 Ιουλίου λίγους μήνες μετά την εγκατάσταση του Ναζισμού στην εξουσία, ανακοινώνεται ο «νόμος για την πρόληψη κληρονομικών ασθενειών στις νεες γενιές».

Τετράδια ΨυχιατρικήςΠρόβλεπε την αναγκαστική στείρωση σε ανθρώπους με «εκ γενετής ολιγοφρένεια. σχιζοφρένεια, κυκλοθυμική (μανιοκαταθλιπτική) φρενοβλάβεια, κληρονομική επιληψία και βαρύ αλκοολισμό». Συγχρόνως καθιερώθηκε η υποχρεωτική απογραφή όσων αφορούσε αυτός ο νόμος. Υπολογίζεται ότι συνολικά 200.000 – 350.000 άνθρωποι υπέστησαν αναγκαστική στείρωση με βάση αυτό το νόμο. M’ αυτό τον τρόπο είχε ξεπεραστεί το όριο, μετά το οποίο ερχόταν η εξολόθρευση της ζωής.

Κατά τον Dömer, εκφράστηκε σε διάφορα ψυχιατρικά περιοδικά, από το 1933 και μετά, ένα έντονο συναίσθημα της απελευθέρωσης… επιτέλους να περάσουν τα σχέδια και τα μέτρα, που ήδη είχαν αναγνωριστεί ορθά από πολύν καιρό, στην πράξη.

Από το 1933 χειροτέρεψαν, επιπλέον οι συνθήκες ζωής στα ιδρύματα λόγω των δραστικών περικοπών των οικονομικών πόρων.

Οι τρόφιμοι των ιδρυμάτων υπέφεραν, κατά συνέπεια, όλο και περισσότερο από πείνα, αρρώστιες και εξάντληση. Το 1935 διατυπώθηκαν οι νομικές προϋποθέσεις για να μπορούν να επιβληθούν οι διακοπές εγκυμοσύνης για «λόγους υγιεινο-κληρονομικούς». Τον ίδιο χρόνο ο Hitler δήλωσε στο συνέδριο του κόμματος την πρόθεση του να πραγματοποιήσει, σε περίπτωση πολέμου, ένα "Πρόγραμμα Ευθανασίας".

Την άνοιξη του 1939 ιδρύθηκε στην «καγκελαρία του Φύρερ», σε άμεσο περιβάλλον του Adolf Hitler., μια επιτροπή του Ράιχ, η οποία μέσω ενός υπουργικού διατάγματος διέταξε τη δήλωση όλων των αναπήρων παιδιών στην αρμόδια υγειονομική υπηρεσία. Βάσει αυτής της δήλωσης αποφάσιζαν τρεις, ορισμένοι απ’ αυτήν την επιτροπή, εμπειρογνώμονες για το θάνατο ή τη ζωή των παιδιών.

Σε περίπτωση άρνησης των γονιών να συμφωνήσουν με τη δολοφονία του παιδιού τους, τους απειλούσαν με την αφαίρεση της επιμέλειας του παιδιού. Η θανάτωση τελούνταν σε ιδιαίτερα «ειδικά παιδικά τμήματα» σε διάφορα νοσοκομειακά ιδρύματα. Περίπου 5000 παιδιά έπεσαν θύματα αυτής της επιχείρησης, η οποία παρέμενε μυστική, και συνεχίστηκε ως το τέλος του πολέμου.

Από τον Ιούλιο ως τον Σεπτέμβριο του 1939 προετοιμάστηκε η λεγάμενη Τ4 -Δράση για την δολοφονία ψυχασθενών, που πήρε το όνομα της από τον «τόπο συναντήσεων» στο Βερολίνο, Tiergartenstrasse 4.

Παράλληλα με τις προετοιμασίες για τον πόλεμο, μια επιτροπή, με απ’ευθείας εντολές από τον Hitler και με πλήρως απόρρητο τρόπο, σχεδίαζε τις σχετικές διοικητικές διαδικασίες.

Ψυχασθενής καθ' οδόν προς ευθανασία. (Από το περιοδικό του Ναζιστικού κόμματος "Neues Volk" 1934, Vol. 2 fase. 1, p. 16)
Ψυχασθενής καθ' οδόν προς ευθανασία. 

(Από το περιοδικό του Ναζιστικού κόμματος 
"Neues Volk" 1934, Vol. 2 fase. 1, p. 16)  

Το μυστικό διάταγμα που θεσπίστηκε από τον Hitler, προχρονολογήθηκε εκ των υστέρων για την 1- 9-1939, την χρονική στιγμή του αιφνιδιαστικού πολέμου, κατά της Πολωνίας. Σ’ αυτό αναφερόταν: «Ο προϊστάμενος του Ράιχ (για τα θέματα αυτά) Bouhler και ο ιατρός Brandt (ο προσωπικός γιατρός του Hitler) έχουν εντολή να διευρύνουν υπευθύνως την εξουσιοδότηση σε συγκεκριμένους γιατρούς που ορίζονται ονομαστικά έτσι ούτε να μπορεί να απονεμηθεί σε ανίατους ασθενείς κατά την ανθρωπίνως δυνατή ορθή κρίση, με κριτική εκτίμηση της καταστασής τους, ο χαριστικός θάνατος».

Η ενέργεια της εξολόθρευσης άρχισε με την αποστολή δελτίων δηλώσεως σε διάφορα ιδρύματα για την ονομαστική και διαγνωστική απογραφή όλων των τροφίμων των ιδρυμάτων. Με μόνη βάση τα δελτία δηλώσεως γίνονταν μια γνωμάτευση, που αποφάσιζε για τη θανάτωση. Μετά από αυτή την γνωμάτευση διατάσσονταν η μεταφορά των ασθενών σε ενδιάμεσα ιδρύματα για να καλυφθεί η πορεία της διαδικασίας. Από κει και πέρα ακολουθούσε η εισαγωγή σε ένα απο τα εξής ειδικά γι’ αυτό φτιαγμένα, ιδρύματα θανάτου. Οι συγγενείς δεν κατόρθωναν κατά κανόνα να εντοπίσουν τη διαμονή του αρρώστου τους. Αντί γι’ αυτό λαβαίναν σε λίγο καιρό την ειδοποίηση για τον ξαφνικό θάνατο του αρρώστου συγγενή τους και το απ’ ευθείας κάψιμο του πτώματος για λόγους αποφυγής επιδημιών.

Οι δολοφονικές ενέργειες σχεδιάζονταν και οργανώνονταν συστηματικά. Μπορούν να θεωρηθούν πρόδρομοι των μετέπειτα εφαρμοσθεισών εκστρατειών εξολόθρευσης των Εβραίων, πολιτικών της αντιπολίτευσης, τσιγγάνων και ομοφυλόφιλων.

Για την εκτέλεση τους δημιουργήθηκαν ειδικοί οργανισμοί:

– η κοινοπραξία θεραπευτηρίων και περίθαλψης για την απογραφή και επιλογή των θυμάτων του Ράιχ.
– το «κοινωφελές φιλανθρωπικό ταμείο για τη φροντίδα των ιδρυμάτων», που είχε σαν αποστολή την ανέγερση και συντήρηση των ιδρυμάτων θανάτου.
– η «κοινωφελής μεταφορά ασθενών GMBH» (Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης ΕΠΕ), που οργάνωνε την μεταφορά των θυμάτων.
– το κεντρικό λογιστήριο θεραπευτηρίων και ιδρυμάτων περίθαλψης, που έστελνε στους συγγενείς το λογαριασμό για τα έξοδα που προκλήθηκαν.

Ένα ειδικό «τμήμα επιστολών παρηγοριάς» ανέλαβε το καθήκον να ειδοποιεί τους συγγενείς χωρίς να επονομάζει τις αληθινές περιστάσεις του θανάτου.

Η παράλογη τελειότητα του μηχανισμού των δολοφονιών και η γραφειοκρατία της εξολόθρευσης δίνεται με παραστατικό τρόπο σε μια έκθεση, που δημοσιεύτηκε, του Emst Klee, ενός θερμαστή από το ίδρυμα Hartheim:

«Οι φρενοβλαβείς, απ’ ότι ξέρω, διακομίζονταν από διάφορα θεραπευτήρια και νοσοκομεία με τον σιδηρόδρομο και με αυτοκίνητα τούς έφερναν στο Hartheim (…). Πρώτα, οι διακομιζόμενοι μεταφέρονταν στα αποδυτήρια (…). Τα ρούχα και οι αποσκευές που έφερναν μαζί τους μαζεύονταν, καρτελλώνονταν και αριθμούνταν. Τα άτομα γυμνά πήγαιναν έπειτα μέσα από ένα διάδρομο στο λεγόμενο δωμάτιο υποδοχής (…) Εκεί βρίσκονταν ένας γιατρός με ένα κλιμάκιο από τρεις ως τέσσερις βοηθούς. Απ’ όσο μπορώ να κρίνω, ως μη ειδικός, οι γιατροί δεν εξέταζαν αυτούς που έφθαναν, αλλά λάβαιναν γνώση γι’ αυτούς μόνο από τους φακέλους τους (…)

Νταχάου9Ένας νοσοκόμος έπρεπε να σταμπάρει τον καθένα χωριστά με τον αύξοντα αριθμό πάνω στον ώμο ή στο στήθος. Οι αριθμοί είχαν μέγεθος περίπου τρία με τέσσερα εκατοστά. Τα άτομα που είχαν χρυσά δόντια ή χρυσές γέφυρες σημαδεύονταν στη πλάτη μ’ ένα σταυρό. Μετά από αυτή την διαδικασία τα άτομα οδηγούνταν σ’ ένα διπλανό θάλαμο και εκεί φωτογραφίζονταν. Από το θάλαμο φωτογράφισης οδηγούνταν μέσω μια δεύτερης εξόδου πάλι στο δωμάτιο υποδοχής και από εκεί, μέσα από μια ατσάλινη πόρτα, στον θάλαμο αερίων (…) Ολόκληρος ο θάλαμος ήταν έτσι σχεδιασμένος που μπορούσες να υποθέσεις ότι πρόκειται για ένα λουτρό. Στα ταβάνια υπήρχαν τρία ντουζ.

Για τον εξαερισμό του θαλάμου υπήρχαν ανεμιστήρες. Ένα παράθυρο, που βρισκόταν στο θάλαμο, των αερίων φρασσόταν με κάγκελα. Από αυτό το θάλαμο μια δεύτερη ατσάλινη πόρτα οδηγούσε στο δωμάτιο, όπου βρισκόταν η εγκατάσταση αερίου. Αφού είχε ολοκληρωθεί όλη η μεταφορά, δηλαδή είχαν γίνει όλες οι εγγραφές, όλες οι σφραγίσεις, οι φωτογραφίσεις και η σήμανση εκείνων των ατόμων που είχαν χρυσά δόντια, πήγαιναν όλοι στο λουτρό – θάλαμο αερίων. Η ατσάλινη πόρτα έκλεινε κι ο εκάστοτε ιατρός διοχέτευε το αέριο στον θάλαμο των αερίων. (…)

Νταχάου8Μετά από μιάμιση ώρα περίπου εξαεριζόταν ο θάλαμος (…) Αφού είχε γίνει ο εξαερισμός, έπρεπε εμείς οι θερμαστές να απομακρύνουμε τα πτώματα από το θάλαμο αερίων και να τα μεταφέρουμε στο νεκροθάλαμο… Η μεταφορά των νεκρών από το θάλαμο αερίων στο νεκροθάλαμο ήταν μια πολύ δύσκολη και ψυχοφθόρα δουλειά. Δεν ήταν εύκολο να διαχωριστούν τα κολλημένα μεταξύ τους πτώματα και να συρθούν στο νεκροθάλαμο (…)

Στο νεκροθάλαμο στοιβάζονταν τα πτώματα. Δίπλα στο νεκροθάλαμο βρισκόταν η εγκατάσταση της καύσης. Αυτή ήταν εξοπλισμένη με το λεγόμενο «τηγάνι», το οποίο μπορούσε να βγει έξω από το φούρνο. Πάνω σ’ αυτό το «τηγάνι» έβαζαν τους νεκρούς κι όπως στους φούρνους, τους έχωναν μέσα και τους άδειαζαν εκεί. Ανάλογα με τον αριθμό των νεκρών καίγαμε δύο με οχτώ πτώματα. Ο φούρνος θερμαινόταν με κάρβουνο. Η δουλειά συνεχιζόταν, ανάλογα με τις ανάγκες, μέρα και νύχτα. Πριν καούν οι νεκροί, οι θερμαστές έβγαζαν τα χρυσά δόντια απ’ αυτούς που ήταν σημαδεμένοι με το σταυρό. Αυτά παραδίνονταν στη Διοίκηση (…)

Μετά το κάψιμο των πτωμάτων τα απομεινάρια των οστών, που είχαν πέσει από την σχάρα του φούρνου, μεταφέρονταν σ’ ένα μύλο και το αποκαμένο οστάλευρο το έστελναν στους πενθούντες συγγενείς αντί για τη σωρό. Επειδή η δουλειά ήταν πολύ κουραστική, κι’ όπως είπαμε, ήταν ψυχοφθόρα, μας έδιναν κάθε μέρα ένα τέταρτο του λίτρου ρακί.

ΕΠΙΣΗΜΗ ΚΑΤΑΠΑΥΣΗ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΣΗΣ – ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ «ΑΓΡΙΑΣ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑΣ»

Ήδη ο νόμος για την στείρωση συνάντησε μια δημόσια αντίσταση, από συγγενείς, από ορισμένους ψυχιάτρους, νομικούς καθώς και από εκπροσώπους της εκκλησίας.

Νταχάου5Και στη συνέχεια της πορείας υπήρξαν καλυμμένες και ανοιχτές αντιδικίες ενάντια στην επιλογή της εξόντωσης. Έτσι, διευθυντές ιδρυμάτων αρνούνταν να συμπληρώσουν τα δελτία απογραφής. Στη θέση τους, τότε, αναλάμβανε μια επ’ αυτού οριζόμενη «επιτροπή γιατρών» να διεκπεραιώσει το έργο.

Ωστόσο ήταν δυνατό οι διευθυντές ιδρυμάτων και συνεργάτες τους να δώσουν εξιτήρια και μέσω μεταφοράς σε θετές οικογένειες κλπ. να σώσουν από το θάνατο πολλούς ανάπηρους.

Διάφοροι ιστορικοί υποθέτουν ότι υπήρχε η δυνατότητα να υιοθετηθεί μια κοινή στάση απέναντι στην πολιτική της εξολόθρευσης και σε πολλές συγκεκριμένες περιπτώσεις να σωθούν ζωές. Ένα διφορούμενο ρόλο έπαιξαν σ’ αυτό οι εκπρόσωποι της εκκλησίας και τα συνδεδεμένα μ’ αυτήν αγαθοεργά ιδρύματα της Εκκλησίας.

Έτσι, υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα για την ιδεολογική κάλυψη και την θεσμική υποστήριξη της στείρωσης και των προγραμμάτων εξολόθρευσης. Ταυτόχρονα,όμως, πολλοί εκκλησιαστικοί εκπρόσωποι, προέβαλαν αντίσταση όπως ο καθολικός καρδινάλιος Clemens von Gahlen και ο Ευαγγελικός επίσκοπος Wurm, που συνέβαλαν με την δημόσια τοποθέτησή τους στην επίσημη κατάπαυση της ενέργειας αυτής στις 24-8-1941.

Yπολογίζεται ότι περίπου 100.000 ψυχασθενείς και ανάπηροι έπεσαν θύματα της εξολόθρευσης.

Νταχάου3Μετά από αυτό το χρονικό σημείο σταμάτησαν οι επιχειρήσεις εξόντωσης σε θαλάμους αερίων, συνεχίζονταν, όμως, ως το τέλος του πολέμου οι φόνοι από πείνα, κρύο, καταναγκαστική εργασία και φαρμακευτική δηλητηρίαση. Και μετά το επίσημο τέλος της Δράσης Τ4 συνεχίζονταν, εκτός της «άγριας ευθανασίας» κι’ άλλες περαιτέρω συστηματικές ενέργειες εξόντωσης, που είχαν ως στόχο την επιλογή ασθενών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γ ια την λεγόμενη ειδική θεραπεία 14 F 13 ανάλαβαν το καλοκαίρι του 1941 ψυχίατροι της μόλις περατωμένης Δράσης Τ4, για να εξετάσουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κρατούμενους σχετικά με την ικανότητα τους και την χρησιμότητά τους για εργασία.

Οι διαγνώσεις τους ήταν μεταξύ άλλων και οι εξής: γερμανοεχθρικό φρόνημα, φανατικός εχθρός των Γερμανών, αντικοινωνικός ψυχοπαθής, φανατικός κομμουνιστής… (πρβλ Dömer 1975). Ορισμένοι ιστορικοί υπολογίζουν ότι ο αριθμός των θυμάτων αυτής της επιχείρησης ήταν περίπου 20.000 άνθρωποι. Κι αυτή η επιχείρηση τελείωσε επίσημα το 1942, όταν εξαιτίας καταχρήσεων στην εκτέλεσή της και ενάντια στα οικονομικά συμφέροντα για την αξιοποίηση της εργασίας, θυσιάστηκαν και πάρα πολλοί ικανοί για εργασία κρατούμενοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Αυτή η χρονολογία της οικονομικά σχεδιασμένης δολοφονίας θέτει, για μιαν ακόμη φορά, το ερώτημα, πως άτομα με διαφορετικές κοινωνικές λειτουργίες κατέληγαν να συμμετέχουν σ’ αυτές τις διαδικασίες. Απλές απαντήσεις δεν είναι δυνατό να δοθούν σ’ αυτό το σημείο, δεν υπάρχει μια ευθύγραμμη εξήγηση.

Ο Victor von Weizsäcker και άλλοι διατύπωσαν την θέση: στο εδώλιο των κατηγορουμένων στη δίκη των γιατρών στη Νυρεμβέργη, κάθισε η στενή φυσικό – επιστημονικά περιορισμένη ιατρική, η αντίληψη που θεωρεί τον άνθρωπο μόνο ως αντικείμενο.

Ο Dömer κριτικάρει αυτή τη μονόπλευρη ερμηνεία με την παρατήρηση ότι γνωστοί εκπρόσωποι της βιολογικής – φυσικό-επιστημονικής Ψυχιατρικής είχαν διαμαρτυρηθεί ενάντια στις ενέργειες της εξόντωσης. Μ’ αυτό, όμως, δεν μπορεί ν’ αμφισβητηθεί η σημασία της αναγωγιστικής ιατρικής (Reduktionistischen medizin), στην παράδοση του Kraepelin, για την εξέλιξη της ψυχιατρικής στο Ναζισμό. Αντίθετα, πρέπει ν’ αναφερθούν πολυάριθμες περαιτέρω απόψεις:
– η μακρά παράδοση μιας πατριαρχικής – αυταρχικής ιδρυματικής ψυχιατρικής.
– η μεγάλη ετοιμότητα να συμπεριφερθούν με νομιμόφρονα τρόπο απέναντι στις κρατικές απαιτήσεις.
– η αυξανόμενη σημασία της εκτίμησης της ικανότητας για εργασία στην ψυχιατρική γνωμάτευση.
– και τέλος, μια στάση και προαίρεση που χαρακτηρίστηκε «θεραπευτικός ιδεαλισμός».

Η εξόντωση της ζωής έγινε αντιληπτή σαν έκφραση μιας αδίστακτης θεραπευτικής θέλησης στην υπηρεσία της υγείας του σώματος του λαού.

Η Ψυχιατρική στο Ναζισμό χαρακτηρίζεται ακριβώς από τις πολλαπλές διασυνδέσεις οικονομικών, κοινωνικών και ιδεολογικών απαιτήσεων καθώς και από ιατρικές μεταφορές και μύθους. Τα μέτρα τους απέβλεπαν στην εξόντωση μιας αποκλεισμένης μειονότητας και στην συγκρότηση μιας από αυτήν διαφοροποιημένης Κανονικότητας (Normalität) με τις αξίες, τους προσανατολισμούς και τα υποκειμενικά ιδεώδη που ανήκουν σ’ αυτήν.

ΝταχάουΤα προγράμματα εξολόθρευσης είχαν κατά νου την τελική λύση του κοινωνικού προβλήματος, την απαλλαγή της κοινωνίας από την κοινωνική σαβούρα. Ταυτόχρονα, όμως, έπρεπε μ’ αυτό τον τρόπο να επιδιωχθεί η ανώτατη ετοιμότητα για την απόδοση όλων στην υπηρεσία της κοινωνίας. Με την απομόνωση και την εξόντωση της αρρώστιας διακηρύχτηκαν ταυτόχρονα το ιδεώδες της υγείας, η θέληση για τη διαφύλαξη της υγείας και η σωματική άσκηση ως εθνικό καθήκον. Η σύνδεση της ιατρικής με την φροντίδα για την λαϊκή υγεία, η αποδοχή της κοινωνικοπολιτικής ρητορικής στο χώρο της ιατρικής, ανταποκρινόταν στην εισβολή ιατρικών μεταφορών σε ευρείς κύκλους της κοινωνίας.

Ο ιατρός αναλάμβανε το ρόλο του λαϊκού ηγέτη για την υγεία, ενώ απ’ την άλλη μεριά ο Hilter ονομάστηκε γιατρός του γερμανικού λαού, ο χειρούργος του αρρώστου λαϊκού σώματος (πρβλ. W.F. Haug 1986).

Ο W.F. Haug αναλύει την σύνδεση της ιατρικής με το ιδεολογικό πλέγμα της ναζιστικής κοινωνίας: Η «υγεία» οργανώνει μια ρατσιστική κοινωνία από την άποψη της διαπαιδαγώγησης, του αθλητισμού, της υγιεινής, της σεξουαλικής ηθικής, της ενδυματικής τάξης, της πολεμικής ικανότητας, της θρησκευτικότητας κ.λ.π. Η «αρρώστεια» οργανώνει μιαν ανάλογη κοινωνία, όπου το φόβητρο του εχθρού, οι αποτυχημένοι και η αντίσταση βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση».

Ο Ναζισμός δεν επέπεσε, όπως πολλοί ιστορικοί επιμένουν να το παρουσιάζουν – πάνω στην γερμανική κοινωνία, αλλά γεννήθηκε μέσα σ’ αυτήν. Τα εγκλήματα κατά των ψυχασθενών και των ανάπηρων τον καιρό του Ναζισμού δεν ήταν ένα τραγικό ρήγμα στην Πράξη και στην Επιστήμη της Ψυχιατρικής, αλλά το αποτέλεσμα και η συνέχεια μιας ιστορικής εξέλιξης στην προοδευτική αλληλοεμπλοκή της πολιτικής, της κουλτούρας, της νομικής, της ηθικής και της ιατρικής. Η ενασχόληση με αυτή την ιστορία και τις συνέπειες της μέχρι σήμερα πρέπει να είναι ανάλογα πολύπλευρη.

Θέτει το ερώτημα για την εικόνα του ανθρώπου στην επικοινωνία μας με τους ψυχικά πάσχοντες ανθρώπους, για τις δυνατότητες συμμετοχής στην καθημερινή ζωή, για την κοινωνικοπολιτική υπεράσπιση απομονωμένων κοινωνικών ομάδων. Ενασχόληση με την ιστορία επίσης σημαίνει ν’ αναπτύξεις μια ανοιχτή στάση και ενδιαφέρον απέναντι σε ξένες αξίες και στη διαφορετική συμπεριφορά, να κατανοείς την ψυχική οδύνη σαν έκφραση της ανάγκης της ανθρώπινης ύπαρξης και ταυτόχρονα να επαγρυπνείς, όταν γίνεται πάλι λόγος στην κοινωνία, με τις ίδιες μεταφορές, για το πλημμύρισμα της κοινωνίας από ξένους εισβολείς, ή όταν οι λεγόμενοι βιοηθικοί – όπως ο Αυστραλός Peter Singer δικαιολογούν δημόσια την δολοφονία ανάπηρων παιδιών ή όταν στη Γερμανία μια εταιρεία για θάνατο με ανθρωπιά βρίσκει θερμή επιδοκιμασία στην ετοιμότητα της να προσφέρει βοήθεια σε αρρώστους ανθρώπους για ν’ αυτοκτονήσουν με Zyankali.

Πέρα από το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του καθενός για την ζωή του, μπορεί μ’ αυτό τον τρόπο να διαμορφωθεί πάλι ένα κοινωνικό κλίμα, όπου γυναίκες θα βρίσκονται κάτω από την ηθική πίεση να μην γεννήσουν ένα ανάπηρο παιδί και άνθρωποι που έχουν ανάγκη από φροντίδα να βρίσκονται αναγκασμένοι να τερματίσουν τη ζωή τους από κοινωνικό καθήκον, για να μη γίνουν βάρος κανενός.

Ο Fredi Saal, ένας ανάπηρος συγγραφέας, βρίσκει για πολλά από αυτά τα ερωτήματα μια κατάλληλη απάντηση:
«Ως πραγματικά βαριά ανάπηρος άνθρωπος, ο οποίος μόνο με πάρα πολλές δυσκολίες θα μπορούσε, χωρίς την βοήθεια άλλων ανθρώπων να επιβιώσει, έχω το δικαίωμα, και το καθήκον να γίνω βάρος στο περιβάλλον μου. Είμαι ένα μέρος του Όλου στον ανθρώπινο κόσμο. Συμβάλλω στο να μην ξεχάσει κανένας να βλέπει αυτό το Όλο όπως ωθούμαι και εγώ από τους άλλους, με τη δική τους οντότητα, να βλέπω σ’ αυτούς ένα μέρος του Όλου, χωρίς το οποίο δεν υπάρχει ο άνθρωπος στην ολότητά του» (Dömer 1991) Μάρτης 1991.

(Αναδημοσίευση από το περιοδικό της Επιστημονικής Ένωσης του ΨΝΑ Τετράδια Ψυχιατρικής τεύχος 47, Αφιέρωμα Ψυχιατρική και Φασισμός, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβρης 1994)