σαδ

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

anakoinosi
Επερχόμενες Εκδηλώσεις & Δράσεις


Κυριακή, 29 Ιανουαρίου, 11 πμ








ΜΕΡΑ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ
Με συγκέντρωση και διαδήλωση
Κεντρική πλατεία Πετρούπολης
















------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 12, 2016

Η καταστολή των γυναικών στον χρόνο


To κείμενο που ακολουθεί αποτελείται από διάφορα αποσπάσματα της έρευνας με τίτλο Docile Bodies: Chemical Restraints and the Female Inmate, της Kathleen Auerhahn και της Elizabeth Demody Leonard, που έχει δημοσιευθεί στην επιστημονική εφημερίδα The Journal of Criminal Law and Criminology.

Η έρευνα παρουσιάζει την εξέλιξη των μεθόδων καταστολής των γυναικών μέσα στο χρόνο, ξεκινώντας από βασανιστήρια που αφορούσαν καυτηριασμούς της μήτρας με χρήση χημικών για την αντιμετώπιση της υστερίας το 19ο αιώνα, μέχρι τα σύγχρονα ψυχοφάρμακα που στοχεύουν στην απολυτή καταστολή της κριτικής σκέψης και αλλοίωση των συναισθημάτων. Γίνεται ανάλυση της πατριαρχικής ιδεολογίας που καθοδήγησε την εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης και ιδιαίτερα της γυναικολογίας και της ψυχιατρικής που καθόρισαν τη "φυσιολογικοποίηση" των κοινωνικών στερεότυπων της γυναικείας συμπεριφοράς καθώς και την ποινικοποίηση ή την ψυχολογικοποίηση οποιασδήποτε συμπεριφοράς που ξεφεύγει από αυτά τα όρια. Δια μέσω της ιστορικής αυτής εξέλιξης αποδεικνύεται πως ο ρόλος της επιστήμης σε μια πατριαρχική κοινωνία είναι η διατήρηση της κοινωνικής ανισότητας των φύλων καθώς και η δημιουργία μεθόδων βασανισμού/καταστολής των γυναικών που είτε αντιδρούν στην κοινωνική καταπίεση μέσω της παραβατικότητας είτε εμφανίζουν διάφορα συμπτώματα λόγω της αντιξοότητας των κοινωνικών συνθηκών που βιώνουν. 


Το ποινικό σύστημα και η ψυχιατρική λειτουργούν παράλληλα συντονίζοντας ένα χώρο μεθόδων βασανισμού που είναι η σύγχρονη φυλακή, που με την ταυτόχρονη λειτουργία τους στοχεύουν στην καταστολή του ατόμου και σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι ερευνήτριες επηρεάζει εντονότερα τις γυναίκες. Δυστυχώς, η κοινωνικο-οικονομική ανισότητα, η απώλεια/άρνηση της αυτονομίας, η κακοποίηση (οικονομική, ψυχολογική, σεξουαλική, λεκτική), η περιθωριοποίηση και η έλλειψη ευκαιριών σπανίως αποτελούν παράγοντες που θεωρούνται προβληματικοί γιατί μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο αυτά θεωρούνται »φυσιολογικά» και δεν λαμβάνονται υπ’ όψη στην ανάλυση των οποιονδήποτε φαινομένων γιατί η επιστήμη και οι ανακαλύψεις της που στηριζονται στη χρηματοδότηση και αποσκοπούν στο κέρδος, εφαρμόζουν την επιστημονική μεθόδο με στόχο την καλύτερη υποταγή των ανθρώπων στο συστημα και όχι την ανατροπή του συστήματος. (Πληροφορίες για την έκταση της βιο-χημικής καταστολής στις ελληνικές φυλακές υπάρχουν στο βιβλίο του κρατούμενου Σάββα Ξηρού » Η μέρα εκείνη- 1560 μέρες στην ενταντική».)

Kathleen Auerhahn και Elizabeth Demody Leonard

Η θεωρητική ανάλυση που παρέχει η παρούσα έρευνα αφορά στους τρόπους με τους οποίους η πρακτική της χρήσης ψυχοφαρμάκων είναι ανάλογη των ιστορικών εξελίξεων και ιδεολογιών που περιβάλλουν τον τρόπο αντιμετώπισης της γυναικείας παραβατικής συμπεριφοράς. Στόχος μας είναι να δείξουμε πως η βιοχημική καταστολή βασιζεται ιδεολογικα στην έννοια της »θεραπείας». Κι ενώ η χρήση ψυχοτρόπων φαρμάκων στους άνδρες συχνά δικαιολογείται από το »πρόβλημα ελέγχου της φυλακής», η νάρκωση των γυναικών κρατουμένων με ψυχοφάρμακα γίνεται στο όνομα της »θεραπείας» – και δυστυχώς αυτή η συγκεκριμένη μορφή »θεραπείας» διαφέρει ελάχιστα από άλλα είδη »θεραπείας» που επιβάλλονταν στις γυναίκες τους προηγούμενους αιώνες.

Στις δυτικές κοινωνίες, υπάρχει μια μεγάλη παράδοση ιατροποίησης των παραβατικών συμπεριφορών της γυναίκας. Η τάση να αποδίδονται οι οποιεσδήποτε μη-αποδεκτές συμπεριφορές της γυναίκας σε φυσικά αίτια ήταν αποτέλεσμα μιας μυθοπλασίας που με την εξέλιξή της καθόρισε αυτό που αποκαλούμε »γυναικεία φύση». Οι γυναίκες ήταν, από τη μία, »οι μάνες του πολιτισμού» που κρατούσαν το ρόλο της αναπαραγωγής της ίδιας της κοινωνίας κυριολεκτικά και συμβολικά δια μέσω μιας εξιδανίκευσης της θυληκότητας. Από την άλλη, η ίδια η βιολογία που επέτρεπε την αναπαραγωγή μετέτρεπε τις γυναίκες σε παραβατικές και ψυχικά ασταθείς. Αυτό το παράδοξο οδήγησε στην μετεξέλιξη του μύθου της »γυναικείας φύσης» που λειτουργεί ως επεξήγηση και δικαιολογία γι αυτές τις αντιφάσεις. Επίκεντρο στην αφήγηση της »γυναικείας φύσης» είναι το σώμα της γυναίκας.

Η ίδια η ιδέα της γυναικείας φύσης προέρχεται από την εντονη ενασχόληση με τις διαφορές των φύλων που ξεκίνησε το 19ο αιώνα. Οι ιδεολογίες αυτές ξεκίνησαν ιστορικά με την βιομηχανική επανάσταση και τον αυξανόμενο διαχωρισμό του δημόσιου από τον ιδιωτικό  χώρο, την δημιουργία των εργοστασίων και την εξέλιξη της επιστήμης και ιδιαίτερα της γυναικολογίας, παράγοντες που στο σύνολό τους μετέτρεψαν την μέχρι τότε κυρίαρχη άποψη πως οι γυναίκες ήταν »κάτι λιγότερο από άνδρες» σε »κάτι εγγενώς διαφορετικό από τους άνδρες». Κι αυτό οδήγησε στη γενίκευση της ιδέας πως αφού οι γυναίκες ήταν διαφορετικές από τους άνδρες τότε ήταν και όμοιες μεταξύ τους. Γι’ αυτό το λόγο αρκετοί διανοούμενοι της εποχής εξηγούσαν την παραβατική συμπεριφορά με βάση τα βιολογικά χαρακτηριστικά της γυναίκας.Με την ίδια λογική, η οποιαδήποτε διαφορετικότητα από τη »φυσιολογικότητα» του στερεότυπου της εξιδανικευμένης θηλυκότητας θεωρούνταν κάτι το ξένο και απειλητικό.

Η σύμπτωση της »ανακάλυψης» της βιολογικής διαφορετικότητας μαζι με την εμφάνιση διαφορετικών κοινωνικών ρόλων των φύλων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο, οδήγησαν πολλούς διανοουμενους να συνδέσουν αυτά τα φαινόμενα αιτιολογικά. Έτσι οι άνδρες γίνονται πρακτικοί και οι γυναίκες λόγω της βιολογίας τους προοριζονται για να μεγαλώνουν παιδιά και να ασχολούνται με απλά θέματα του σπιτιού και όχι με πνευματικές αναζητήσεις. Αυτή η αντίληψη για τις βιολογικές διαφορές είναι συνδεδεμένη με την εξέλιξη ενός διαλόγου που αφορά το ίδιο το σώμα της γυναίκας ως καθοριστικό παράγοντα της συμπεριφοράς της.

Ο 19ος αιώνας είδε την εμφάνιση της παθολογικοποίησης της θηλυκότητας. Ο κύκλος της γυναίκας γίνεται αντιληπτός ως μια εγγενώς παθολογική κατάσταση λόγω του πόνου και της απώλειας αίματος που συνδέονται με την έμμηνη ρήση. Όπως ανέφερε η Σαπίρο, »η παθολογία τότε γίνεται η κατάσταση όπου οι βιολογικές διαδικασίες γίνονται ορατές». Πράγματι η έμμηνη ρήση έλκυσε τη φαντασία των γιατρών που οδήγησε στην κυρίαρχη αντίληψη μελών της ιατρικής κοινότητας πως η μήτρα είναι ο κύριος προσδιοριστικός παράγοντας της γυναικείας φύσης. Η μήτρα ερμηνεύτηκε από τους γιατρούς ως ένα »μυθικό σύστημα παθολογίας που αποκάλυπτε τις αλήθειες του γυναικείου σώματος». Η κεντρικότητα της γυναικείας αναπαραγωγικής λειτουργίας έχει παραμείνει αξιοσημείωτα σταθερή στη δημιουργία ερμηνευτικών θεωρήσεων για την εγκληματικότητα των γυναικών. Μέχρι και το 1950, ο Όττο Πόλλακ ανακοίνωνε πως η δολιότητα των γυναικών προέρχεται από τη συνήθεια της απόκρυψης της περιόδου κάθε μήνα.

Οι γυναικολόγοι δεν ήταν οι μόνοι γιατροί που θεώρησαν πως το αναπαραγωγικό σύστημα των γυναικών ήταν πηγή ασθένειας. Οι πρώτοι ψυχίατροι -που οι ασθενείς τους ήταν γυναίκες- αφιέρωσαν μεγάλο μέρος της προσοχής τους στην παθολογία της θηλυκότητας και της έμμηνης ρήσης. Η έμμηνη ρήση θεωρούνταν ως αιτία τρέλας και ήταν συνηθισμένο τα ιατρικά κείμενα να μιλούν με αυταρχισμό για » τις παθολογικές συνέπειες της μήτρας στον εγκέφαλο». Είναι σημαντικό να αναφερθούν εδώ οι ιδιαιτερότητες αυτής της άποψης: όχι πως η έμμηνη ρήση προκαλούσε ψυχικές ασθένειες αλλα πως οι ορμονικές αλλαγές που συνόδευαν αυτή, διευκόλυναν την εμφάνιση ασυμπτωματικής παθολογίας. Η βιολογία των γυναικών τις αιχμαλώτιζε σε μία μόνιμη κατάσταση σωματικής, πνευματικής, και ψυχικής ανισορροπίας που κυμαινόταν ανάμεσα στην τρέλα και τη λογική.

Οι Ehrenreich και English αναφέρουν πως οι γυναικολόγοι αποκόμισαν τεράστια οφέλη όσον αφορά την επικύρωση του επαγγέλματός τους δια μέσω της φυσιολογικοποίησης της ασθενικής γυναίκας. Η απόδοση χρόνιων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες στην υστερια αποδεικνύει τη σχέση τους με τη γυναικεία σεξουαλικότητα και την έμφυτη τάση της γυναίκας προς τις αρρώστειες, αφού η υστερία προέρχεται από το ελληνικό υστερ που σημαίνει μήτρα.

Ο Καίσαρ Λομπρόζο συνέδεσε ρητά την εγκληματικότητα των γυναικών με την υστερία. Σύμφωνα με τον Λομπρόζο η υστερια ήταν μια χρόνια κατάσταση των γυναικών και οι υστερικές γυναίκες είχαν μεγαλύτερη τάση προς το έγκλημα κατά τη διάρκεια της έμμηνης ρήσης. Η γυναίκα με υστερία και έμμηνη ρήση ήταν μια εγκληματίας, που ήταν ταυτόχρονα δόλια και παράλογη: έχει παραισθήσεις αλλα ταυτόχρονα χειραγωγεί τους γύρω της. Ο Λομπρόσο είχε γράψει πως »όλη η εγκληματικότητα του υστερικού υποκείμενου σχετίζεται με τη σεξουαλική λειτουργία.»

Η βιολογική βάση της αντίληψης της »φύσης της γυναίκας» και της κυρίαρχης άποψης που παρουσίαζε την παραβατική γυναίκα ως »άρρωστη» έχει συμβάλει στη δημιουργία ενός ποινικού συστήματος που προσανατολίζεται προς τη »θεραπεία». Αυτές οι προσπάθειες »θεραπείας» για να »καλυφθεί η ανεπαρκεια της γυναίκας» έχουν αρκετές μορφές. Μια από τις πολλές »στρατηγικές» είναι η χρήση ψυχοφαρμάκων που θεωρουν πως θα την επαναφέρουν στην »πραγματική φύση» της.

Η δημιουργία ενός ιατρικού μοντέλου ως απάντηση για την γυναικεία παραβατικότητα είχε τις ρίζες του στη γενικευμένη παθολογικοποίηση της θηλυκότητας που προέκυψε το 19ο αιώνα. Αφού θεωρούσαν πως όλες οι συμπεριφορές της γυναίκας είχαν ως αίτιο την αναπαραγωγική της δυνατότητα, δεν αποτελεί έκπληξη πως και η παραβατικότητα αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο τρόπο. Η αντίληψη της γυναίκας ως εγγενώς »άρρωστη», μαζί με την εξέλιξη του ιατρικού επαγγέλματος οδήγησε στην εφαρμογή μιας σειράς τακτικών (σημείωση από BlackCat: αυτά είναι βασανιστηρια και όχι θεραπείες ούτε τακτικές) που αφορούσαν τα αναπαραγωγικά της όργανα όπως περιγράφεται πιο κάτω στο απόσπασμα από το βιβλίο των Barbara Ehrenreich and Deirdre English »For her own good» (1978):

»Αυτή η θεραπεία είχε τέσσερα στάδια, παρόλο που δεν υπάγονταν και στα τέσσερα στάδια κάθε περίπτωση: πρώτα ήταν το ψάξιμο με τα χέρια, δεύτερο η διαδικασία με την ονομασία »leeching», τρίτο η χρήση »ενέσεων» και τέλος η »καυτηρίαση». Ο Dewees (ένας Αμερικανός καθηγητής ιατρικής) και ο Bennett, διάσημος Άγγλος γυναικολόγος που διαβαζόταν πολύ στην Αμερική, στήριζαν και οι δύο τη μέθοδο leeching που σήμαινε πως τοποθετούσαν βδέλλες στο αιδοίο ή και τη μήτρα της γυναίκας… Το τελευταίο βήμα, κατά το οποίο δεν χορηγούνταν καν αναισθητικό παρά μόνο λίγο όπιο ή αλκοόλ ήταν η καυτηρίαση με την εφαρμογή νιτρικού άργυρου, ή σε πιο σοβαρές περιπτώσεις το πιο δυνατό hydrate of potassa ή ακόμα και πραγματικός καυτηριασμός με τη χρήση ενός εργαλείου από καυτό σίδερο.»

Με βάση αυτή την πρακτική, ένας παρατηρητής ανέφερε πως »στις φυλακές της Καλιφόρνιας το 1970 γίνονταν υστερεκτομές (αφαίρεση της μήτρας) από παθολόγους που δεν είχαν καμία προηγούμενη εμπειρία στη γυναικολογία».

Μια άλλη θεραπεια για την υστερία που εφαρμοζόταν το 19ο αιώνα ήταν η θεραπεία της ξεκούρασης. Έγινε δημοφιλής από τον εφευρέτη της, Dr. Silas Weir Mitchell και θυμίζει την σημερινή πρακτική »θεραπείας» γυναικών κρατουμένων με ψυχοφάρμακα.

»Η άποψη πως το γυναικειο σώμα είναι το πεδίο μάχης της μήτρας και του εγκεφάλου οδήγησε σε δύο πιθανές θεραπευτικές προσεγγίσεις: μια με την επέμβαση στα αναπαραγωγικά οργανα της γυναίκας και μια με την επέμβαση κατευθείαν στον εγκέφαλο σε μια προσπάθεια καταστολής του. Η θεραπεία της ξεκούρασης σχετίζεται με τις γνώριμες πλέον τεχνικές του 20ου αιώνα που στοχεύουν στην πλύση εγκεφάλου – απόλυτη απομόνωση και αισθητήρια απώλεια. Για περίπου 6 βδομάδες η ασθενής έπρεπε να μείνει ξαπλωμένη ανάσκελα πάνω στο κρεβάτι, μέσα σε ένα δωμάτιο με χαμηλωμένο φωτισμό. Απαγορευόταν το διάβασμα.  Αν η περίπτωση ήταν ιδιαίτερα σοβαρή, απαγορευόταν να σηκωθεί για να πάει να ουρήσει. Απαγορεύονταν οι επισκέψεις εκτός από το γιατρό και τη νοσοκόμα. Παράλληλα ενώ ο αφελής εγκέφαλος έμπαινε υποθετικά σε φάση χαλάρωσης το σώμα δυνάμωνε με την τροφή και το μασάζ». (Ehrenreich και English).

Παρά την πλειάδα αναφορών σε ακαδημαϊκά και αυτοβιογραφικά κείμενα για την βιοχημική καταστολή γυναικών και ανδρών στις φυλακές, εντουτοις υπάρχει ενδειξη πως οι γυναίκες υποκεινται στη χορήγηση ψυχοφαρμάκων συχνότερα από ότι οι άντρες. Η τάση των γιατρών να δίνουν υπερβολικές ποσότητες ψυχοφαρμάκων στις γυναίκες δεν είναι κάτι που αφορά μόνο στις κρατούμενες. Σε όλη τη χώρα (Η.Π.Α.), πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών λαμβάνουν συνταγές για αντικαταθλιπτικά και ηρεμιστικά απ’ ότι άνδρες. Οι ερευνητές Genders and Player παρέχουν στοιχεια που καταδεικνύουν πως οι γυναίκες στις Βρετανικές φυλακές λαμβάνουν 5 φορές περισσότερα ψυχοφάρμακα σε σχέση με τους άνδρες. Παράλληλα, η Shaw συμπεραίνει πως γυναίκες κρατούμενες λαμβάνουν 2-3 φορές περισσότερα ψυχοφάρμακα σε σχέση με τους άνδρες. Πράγματι, η Τζέην Μπένσον που αναφέρεται σε μια από τις υποθέσεις που ακολουθούν, έχει ξεκινήσει μια οργάνωση στήριξης μέσα στις φυλακές με το όνομα »Κρατούμενες που Καταδικάστηκαν Λόγω Ψυχοφαρμάκων».

»Αυτό το νέο σύστημα ψυχοτρόπων φαρμάκων που καθορίζουν τη σκέψη και τη διάθεση έγινε μια γρήγορη, φτηνή και αποτελεσματική λύση για την αποθήκευση μεγάλου αριθμού κρατουμένων σε ολοένα και μικρότερους χώρους, εξασφαλίζοντας μειωμένη χρήση υπηρεσιών στήριξης. Ο λόγος ήταν πως κάθε δόση ψυχοφαρμάκων ισοδυναμούσε με μικρότερη ανάγκη για σωφρονιστικούς για να προσέχουν κάποιο κρατούμενο καθώς και ένα λιγότερο κρατούμενο που θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για τον εαυτό του ή άλλους. Γι’ αυτό, ο υπερπληθυσμός των φυλακών προκάλεσε το συνονθύλευμα της ιατρικής και της σωφρονιστικής κοινότητας. » Victor Hassine, Life without parole

Η χρηση ψυχοτρόπων φαρμάκων στις φυλακές ως μέσο ελέγχου των κρατουμένων δεν είναι ένα νέο φαινόμενο. Η μελέτη του Spiegelman (1976) για την παροχή ψυχιατρικής φροντίδας στις φυλακές κατέγραψε την κοινή πρακτική του »χημικoύ καθησυχασμού» με Thorazine σε μια φυλακή της Καλιφόρνιας. Ακόμα, ο συγγραφέας-κρατούμενος Jack Henry-Abbott είχε γράψει για την πρακτική αυτή με βάση τη δική του εμπειρία:

»Κι εγώ ο ίδιος σταυρώθηκα εκατό φορές και περισσότερες με τα φάρμακα που για κάποιο τρελό λόγο λέγονται »ηρεμιστικά». Είναι φαινοθειαζίνες και περιλαμβάνουν τα Mellaril, Thorazine, Stelazine Haldol. Το Prolixin είναι ότι χειρότερο έχω βιώσει. Μια ένεση διαρκεί για δύο εβδομάδες. Καθε δύο εβδομάδες σου δίνουν μια καινούρια ένεση. Τα φάρμακα της οικογένειας αυτής δεν σταματούν ούτε ηρεμούν τα νεύρα. Επιτίθονται. Επιτίθονται τόσο βαθιά μέσα σου που δεν μπορείς να προσδιορίσεις το σημειο του πόνου. Τα φάρμακα στρέφουν τα νεύρα σου εναντίον σου. Ενάντια στη θέλησή σου, την αντίστασή σου, την αποφασιστικότητά σου, κατευθύνονται προς τους μυς, τους ιστούς και τα αντανακλαστικά σου. Αυτά τα φάρμακα φτιάχτηκαν για να σε κάνουν να κλειστείς ολοκληρωτικά στον εαυτο σου και στο σώμα σου, αφού το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να συγκεντρωθείς για να μην καταρρεύσεις. Δεν μπορείς να σταματήσεις να τρέμεις.»

H υπόθεση Riggins vs Nevada αφορουσε το ζήτημα της χορήγησης ψυχοφαρμάκων σε υπόδικο ενάντια στην θέλησή του. Το δικαστήριο αποφάνθηκε πως η χορήγηση αυτών των ουσιών σε υπόδικους παραβίαζε το δικαίωμα τους για δίκαιη δίκη που εξασφάλιζε η 6η τροπολογία, προκαλώντας μια μεγάλη πιθανότητα για τη δημιουργία προκαταλήψεων αφου »οι επιπτώσεις των αντιψυχωσικών φαρμάκων θα μπορούσαν να είχαν επηρεάσει αρνητικά την εξωτερική εμφάνιση του Riggins, την κατάθεσή του και την ικανότητά του να παρακολουθήσει την εξέλιξη της δίκης καθώς και την επικοινωνία με το δικηγόρο του».

Όμως, τέτοιες δικαστικές αποφάσεις δεν καταπιάνονται με την κοινή πρακτική της χημικής καταστολής κρατουμένων που είναι ψυχικά υγιείς, κάτι που διαφαίνεται στις συνεντεύξεις που πήραμε από γυναίκες στις φυλακές. Η κύρια διαφορά είναι πως ο Riggins και ο Harper είχαν ψυχικές ασθένειες, ένα γεγονός που δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί.

Μια από τις πρώτες υποθέσεις που έλαβε σημαντική έκθεση ήταν η Liles v. Ward. Το 1976, αρκετές γυναίκες κρατούμενες σε μια δημόσια φυλακή της Νέας Υόρκης μεταφέρθηκαν (μετά από εξονυχιστικό σωματικό έλεγχο και τοποθέτηση αλυσίδων στα πόδια) σε ένα κρατικό ψυχιατρείο, επειδή οι σωφρονιστικοί είχαν αποφασίσει πως είχαν »πρόβλημα πειθαρχίας». Αμέσως μετά τη μεταφορά τους, χορηγήθηκε στις γυναίκες Elavil (αντικαταθλιπτικό). Μερικές μέρες μετά το φάρμακο άλλαξε σε Thorazine (αντιψυχωσικό). Άλλα φάρμακα ακολούθησαν κατά την διάρκεια της κράτησης των γυναικών στο νοσοκομείο: αυτά περιλάμβαναν αντιψυχωσικά, αντικαταθλιπτικά, ηρεμιστικά και υπνωτικά. Παρόλο που οι ψυχίατροι είχαν διεξάγει κάποιες μινι-συνεντεύξεις με τις κρατούμενες καθώς και εκτενείς σωματικούς ελέγχους που διήρκησαν 10-15 λεπτά, εντούτοις δεν είχε εμπεριστατωθεί κλινική διάγνωση ψυχικής διαταραχής σε καμία από τις υποθέσεις.

Αργότερα, όταν έγινε ομαδική αγωγή από τις κρατούμενες κατά των ψυχιάτρων, οι γιατροί παραδέχτηκαν πως η χορήγηση δεν έγινε για λόγους θεραπείας αλλά για να »διατηρηθεί ησυχία και ηρεμία στο θάλαμο». Οι ψυχίατροι παραδέχτηκαν πως συχνά η χορήγηση γινόταν καταναγκαστικά με τη χρήση ενέσεων, ενώ μέλος του προσωπικού παραδέχτηκε πως αρκετές κρατουμενες δεν ήθελαν ορισμένα φάρμακα λόγω των αντενδείξεων. Η υπόθεση έληξε με εξωδικαστικό συμβιβασμό που όριζε το πόσο των $4,857,14 για κάθε κρατούμενη.

Η Τζέην Μπένσον, κατηγορούμενη για ανθρωποκτονία δεύτερου βαθμού το 1988, ζήτησε την εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης στη βάση της ανικανότητάς της να συμμετάσχει στην υπεράσπισή της λόγω της μεγάλης ποσότητας ψυχιατρικών φαρμάκων που χορηγήθηκαν στην ίδια χωρις τη γνώση ή τη συγκατάθεσή της με αποτέλεσμα να δημιουργθούν επιβαρυντικές προκαταλήψεις για το άτομό της στους ενόρκους: τρεμάμενα άκρα, ανεξέλεγκτα ξεσπάσματα, καθισμένη με τα πόδια ανοιχτά με χυδαίο τρόπο, παράγοντες που συντέλεσαν σε μια εντελώς ανάρμοστη συμπεριφορά κατηγορουμένου μπροστά σε ενόρκους. Η λίστα των φαρμάκων που της είχαν δοθεί αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της: ένας συνδιασμός από Valium, Robastin, Vistaril, Elavil, Benadryl, Phenergan, Tylenol και codeine που της δινόταν τεσσερις φορές την ημέρα. Η υπόδικη είχε ζητήσει κάτι για να ανακουφιστεί από το χρόνιο πόνο στην πλάτη και οι δεσμοφυλακες της είχαν πει πως αν δεν πάρει τα ψυχοφάρμακα δεν πρόκειται να της δοθεί παυσίπονο. Κατά το πρώτο εφετείο οι δεσμοφύλακες ομολόγησαν πως την είχαν απειλήσει πως θα τη γδύσουν και την παρουν σε ένα »πλαστικό δωμάτιο» σε περιπτωση που αρνιοταν να παρει τα φάρμακα- και πως σε μια περίπτωση πραγματοποίησαν αυτή την απειλή.

Το ζήτημα της βιοχημικής καταστολής δεν έχει λάβει την πρέπουσα σημασία στο κλάδο της εγκληματολογικής έρευνας. Ενώ δεν λείπουν οι αναφορές για τη συγκεκριμένη πρακτική που είναι πλέον συνηθισμένη στα σωφρονιστικά ιδρύματα, δεν έχουν ακολουθήσει σοβαρές αναλυτικές έρευνες. Η παρούσα έρευνα ελπίζει να αποτελέσει αφετηρία για να ξεκινήσει η  αντιμετώπιση αυτής της έλλειψης.

Μαρτυρίες γυναικών

»Όταν συνελήφθηκα την πρώτη φορά μου έδωσαν ψυχοφάρμακα. Είπαν πως τα χρειάζομαι- ο γιατρός ήταν εκεί. Εκείνη τη στιγμή θέλεις κάτι για να κοιμηθείς, δεν θέλεις να σκέφτεσαι αυτά που συμβαίνουν. Κι επιπλέον όλοι κοιμούνται μέρα- νύχτα. Το καταφέρνουν με τα ψυχοφάρμακα. Όταν λένε, θέλω να σου δώσω κάτι, είτε είναι Mellaril, δεν θυμάμαι τι ήταν. Συνέχισα να το παίρνω και να κοιμάμαι. Ευτυχώς βγήκα με εγγύηση και πάλεψα για την υπόθεσή μου στο δρόμο και δεν έπαιρνα ψυχοφάρμακα. Ήξερα πως πρέπει να καταθέσω. Ήξερα πως πρέπει να ακουστεί η ιστορία μου.»

»Οι ψυχολόγοι ή ψυχίατροι της φυλακής μου έδιναν ψυχοφάρμακα. Ήμουν καταρρακωμένη και δεν μπορούσα να πάρω μια λογική απόφαση για τα φάρμακα. Κατά τη διάρκεια της δίκης έπαιρνα ένα συνδυασμό αντικαταθλιπτικών και ηρεμιστικών. Δεν μπόρεσα να δώσω μια καλή κατάθεση γιατί ήμουν σαν ζόμπι. Είπαν πως ήμουν κρύα και πως δεν είχα μετανοιώσει, πως δεν έδειχνα κανένα συναίσθημα. Είμαι καλή στην γλωσσική έκφραση, έχω πτυχίο και μεταπτυχιακό, όμως τα φάρμακα με έκαναν να μην μπορώ να αρθρώσω. Ο εισαγγελέας με κατέστρεψε όταν βγήκα να καταθέσω. Ο δικηγόρος μου δεν με προετοίμασε για το τι ακριβώς συμβαίνει στην αντεξέταση.»

»Στα κρατητήρια ο γιατρός μου έδωσε ψυχοφάρμακα. Δεν ξέρω τι ήταν. Ήμουν σε κατάσταση σοκ. Δεν είδα περίοδο για 8 μήνες. Το σώμα μου όπως και το μυαλό μου σταμάτησαν να λειτουργούν κανονικά. Αυτό έγινε ταυτόχρονα με τη δίκη.»

»Στη Σύμπιλ Μπαντ (πολιτειακή φυλακή γυναικών στο Λος Άντζελες) σου δίνουν Sinequan. Όταν με συνέλαβαν, μου έδωσαν κάτι πορτοκαλί ρούχα και και με έβαλαν στο  τμήμα παρακολούθησης για ψυχικές διαταραχές. Μου έδιναν φάρμακα- μια χούφτα χάπια κάθε μέρα. Κι εγώ τα έπαιρνα γιατί σκέφτηκα πως αφού μου τα έδωσε γιατρός τότε πρέπει και να τα χρειάζομαι. Οι μέρες περνούσαν και όταν ήρθε να με δει η κόρη μου, μου είχε πει »Μαμα! Τι σου συμβαίνει? Γιατί σου το κάνουν αυτό?» Ήξερα πως ήμουν συνεχώς νυσταγμένη και δυσκολευόμουν να κανονίσω τις υποθέσεις μου. Ρώτησα τον γιατρό τι μου έδινε γιατί ήθελα να μάθω. Ξεκίνησα να τα κρύβω και να μην τα παίρνω όλα. Αλλά όταν τον ρώτησα μου είπε πως είναι αντικαταθλιπτικά. Τότε θύμωσα γιατί το να μην έχω κατάθλιψη στην κατάστασή μου δεν ήταν φυσιολογικό. Έπρεπε να νιώσω κατάθλιψη. Εξήγησα στους γιατρούς πως είναι όπως όταν πεθαίνει κάποιος και πρέπει να θρηνήσεις. Δεν είχα απλά σκοτώσει κάποιον, αλλά κάποιον που αγαπούσα. Είχα το δικαίωμα να νιώσω αυτά τα συναισθήματα.»

Μετάφραση-Επιμέλεια BlackCat